η ζωή περνάει και χάνεται, μην την αφήσεις να σε αφήσει, νιώσε την κάθε στιγμή και ζήσε...

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Μονάχα μία απορία..


Έχω κουραστεί. Νιώθω τα πόδια μου βαριά, κρύα, νεκρά. Τα χέρια μου άσαρκα. Σαν δύο τσουβάλια κόκκαλα να κρέμονται από τους ώμους μου. Τα μάτια μου είναι βαριά, νυστάζω. Και πέφτω σε λήθαργο, βαρύ και άχαρο. Σαν κάτι να με τραβάει προς τα εκεί. Προς τα ατελείωτα όνειρα και τους διαδρόμους, να τρέχω και να μη φτάνω πουθενά.

Και ξυπνάω. Με μία αίσθηση πικρίλας στο στόμα. Σαν από κακό μεθύσι. Δεν είμαι μεθυσμένη όμως. Είμαι ξεχασμένη. Από το χρόνο και το υποσυνείδητο. Σαν να ζω με την Καλυψώ στο νησί της και να μην υπάρχει η αίσθηση του χρόνου. Σαν να ταλανίζομαι μεταξύ φθοράς και πραγματικότητας. Μα τι είναι όμως η πραγματικότητα; Ένας κατεστραμμένος κόσμος από υπολείμματα ανθρώπων. Κανείς δε νιώθει πως ζει. Οι στιγμές ευτυχίας περιορίζονται σε αυτές των πρωταγωνιστών της τηλεόρασης. Και η εκγύμναση του μυαλού στο πόσους καφέδες μπορείς να πιεις σε μία ημέρα.

Χανόμαστε ή χαθήκαμε ήδη; Σε έναν φαύλο κύκλο περιφερόμαστε και δεν μπορούμε να ξεφύγουμε. Τίποτα από ότι ξέραμε δε θα ισχύει πια. Όλα αλλάζουν και εμείς καθόμαστε μπροστά στην τηλεόραση αποχαυνωμένοι από αυτά που βλέπουμε, σαν να μη συμβαίνουν σε εμάς, αλλά σε κάποιους ανθρώπους πολύ πολύ μακριά. Και βυθιζόμαστε όλοι μαζί στη λήθη και την απόγνωση, με μια δόση θυμό και μία μονάχα απορία: Μας αξίζει τελικά όλο αυτό;


Σαν ένα συνεχές όνειρο...

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Ένας βούρκος που τον έλεγαν 'κρίση'


Καλησπέρα εαυτέ μου. Ελπίζω να μην σε απασχολήσω πολύ και απόψε. Θα είμαι ειλικρινείς μαζί σου. Έχεις βουτηχτεί στο βούρκο που λέγετε ‘κρίση’ και δεν λες να κάνεις κάτι για αυτό. Ένα βούρκο γεμάτο ενοχλητικά έντομα. Ψάχνεις, ψάχνεις για κάτι να πιαστείς, ή έστω κάτι που θα σε βοηθήσει να ξελασπώσεις, και δεν μπορείς να βρεις τίποτε. Τι φταίει; Τι έγινε; Έχασες το τραίνο που έπρεπε να πάρεις; Ή απλά δεν υπάρχει καν τραίνο για να πάρεις; Όλοι σου μιλούν σαν να μη συμβαίνει τίποτε, και εσύ απλά τους κοιτάς. Με απορία, με φόβο, ανασφάλεια, αγανάκτηση.

Όλα σου φταίνε και σε όλα φταις. Σαν να σε μισούν τα πάντα γύρω σου, ακόμη και ο αέρας που αναπνέεις. Και βήχεις, ξεροβήχεις να απαλλαχτείς από αυτό που έχει κολλήσει στο λαιμό σου από το βάλτο, αλλά δε λέει να βγει. Σα να κόλλησε ένα φτερωτό έντομο εκεί και να ζουζουνίζει ανενόχλητο, εμποδίζοντάς σε να αναπνεύσεις καθαρό και φρέσκο αέρα. ‘Αφήστε με ήσυχη’, ουρλιάζεις. Μα κραυγή δε βγαίνει. Κοιτάζεσαι σε έναν πρόχειρο καθρέφτη που βρήκες στη τζαμαρία ενός μαγαζιού και το βλέπεις. Το έντομο έχει εξαπλώσει τη μόλυνσή του και στο λαιμό σου, έχεις πρηστεί σε όλο σου το πρόσωπο και απεγνωσμένη όπως είσαι, προσπαθείς να κρυφτείς από τα μάτια του κόσμου. Έχει φτάσει μέχρι το μυαλό σου, δηλητηριάζοντας ό, τι πιο όμορφο και αγνό υπάρχει εκεί.

Και τρέχεις, τρέχεις να σωθείς. Κάποιος σε ακολουθεί, φωνάζοντας τρελαμένος ‘Είναι μολυσμένη, είναι μολυσμένη από την κρίση’. Δεν είχε δει όμως τον εαυτό του καταπρησμένο από το ίδιο έντομο. Εξοργισμένος μαζί σου που τον κόλλησες, αρχίζει να σε κυνηγά. Κάποιος όμως τον σταματά λέγοντας του ‘Είστε στον ίδιο βούρκο, δε φταίει αυτή. Ανέπνευσε από τη μύτη, είμαι εγώ εδώ, θα σε βοηθήσω’. ‘Ποιος είσαι εσύ;’, ρωτά έντρομος ο άνθρωπος. ‘Είμαι φίλος, ξέρω τι κάνω’. Ο Άγνωστος έρχεται προς το μέρος σου και σας φέρνει κοντά. Ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι ο άνθρωπος που σου φώναζε προ λίγου εξοργισμένος είναι φίλος σου. ‘Αγκαλιαστείτε’, λέει ο Άγνωστος. Δεν προλαβαίνεις να το σκεφτείς και ο φίλος σου πέφτει πάνω σου με λυγμούς. ‘Συγγνώμη’, ψελλίζει ντροπιασμένος. Και εσύ σαστισμένη από όλα αυτά που συμβαίνουν, το συνειδητοποιείς. Αναπνέεις κανονικά. Δεν υπάρχει πια έντομο στο λαιμό σου, ούτε μόλυνση στο μυαλό σου. Σαν να έφυγαν όλα με μια αγκαλιά. Και τότε κατάλαβες.

Μια αγκαλιά, μία λέξη, μία Παρότρυνση είναι αυτά που χρειάζεσαι. Ένας φίλος, ένας έρωτας, ένας δικός σου άνθρωπος και μία σταλιά ελπίδας ότι υπάρχει θεραπεία για την ‘αρρώστια’ της κρίσης, αρκούν. Και κοιτιέσαι ξανά στην τζαμαρία και χαμογελάς, γιατί ξέρεις ότι δεν είσαι μόνη στον δρόμο τούτο. Και πολλά έντομα είναι έτοιμα να σε κατασπαράξουν, ξανά και ξανά, αλλά εσύ είσαι προετοιμασμένη. Κανείς δε μπορεί να σε αγγίξει πια.

“You spend every day, shining your light my way”

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Χαρακτηριστικά της Ολλανδίας



  • ·         Σε κάθε δρόμο υπάρχει και ένας επιπλέον δρόμος για τα ποδήλατα, παντού, ακόμη και στα φανάρια υπάρχει σήμα ποδηλάτου.
  • ·         Οι Ολλανδοί καπνίζουν σαν τους Έλληνες, ασταμάτητα. Με τη διαφορά ότι ακολουθούν τον κανόνα του ΜΗΝ ΚΑΠΝΙΖΕΤΕ, όπου και αν αυτός βρίσκεται.
  • ·         Οι κοπέλες είναι τουλάχιστον 1, 80.
  • ·         Η μαριχουάνα και το χασίσι είναι ανεκτά, όχι νόμιμα, αλλά μπορείς να καπνίσεις και στο δρόμο.
  • ·         Ο κόσμος λέει ευχαριστώ, ακόμη και αν δεν ξύπνησε καλά το πρωί.
  • ·         Τα σπίτια τους είναι ιδιαιτέρως μικρά και στενά, διώροφα και με μεγάλες αυλές.
  • ·         Ολόκληρη η χώρα είναι σα μία επίπεδη πράσινη μακέτα με πολλά πολλά μικρά σπιτάκια.
  • ·         Έχουν τις καλύτερες μπύρες, τυριά, γάλατα, κρέατα, λουλούδια… και η λίστα συνεχίζεται.
  • ·         Έχει τόσο κρύο, αλλά σχεδόν κανείς δε φοράει σκουφάκι, σαν να έχουν ενσωματωμένο καλοριφέρ.
  • ·         Το ίδιο ισχύει και όταν βρέχει. Κανείς δεν κουβαλάει ομπρέλα.
  • ·         Κανείς δεν κρίνει τον άλλον με βάση το εισόδημά του.
  • ·         Οι Ολλανδοί δε συμπαθούν τη Γερμανία (η πλειοψηφία).
  • ·         Δεν υπάρχει πολύ ανεργία, η πλειοψηφία των φοιτητών, πτυχιούχων, ανδρών, γυναικών δουλεύουν (προς το παρόν).
  • ·         Σχεδόν όλοι έχουν iPhone, που σημαίνει ότι κανείς δεν πρόκειται να στο κλέψει ή να το λιγουρευτεί.
  • ·         Κάθε πόλη έχει και μία Red Light District, έτσι για να μη χαθεί η φήμη.
  • ·         Οι Ολλανδοί όταν συναντιούνται φιλιούνται τρεις φορές σταυρωτά.
  • ·         Είναι η πιο δυνατοί πότες μπύρας, και δε μεθούν εύκολα.
  • ·         Είναι λίγο πιο συντηρητικοί από όσο νομίζουν ή θέλουν να είναι.
  • ·         Αγαπούν τη Νότιο Ευρώπη, όπως κάθε Βόρειος Ευρωπαίος που σέβεται τον εαυτό του.



Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Τι είναι αγάπη;


Αγάπη είναι να με κρατάς αγκαλιά και να μη φοβάμαι. Τίποτε. Ούτε καν το σκοτάδι μου που τόσο με κρατούσε πίσω.

Αγάπη είναι να σε κοιτώ και να νιώθω ‘γεμάτη’. Καθαρή ευτυχία. Για μια στιγμή. Για πάντα.

Αγάπη είναι να μη φοβάμαι να με αφήσεις. Να χαίρομαι για σένα όπου και να είσαι. Και ας με ξεχνάς.

Αγάπη είναι να αγαπώ ότι κάνεις, και ας μη μου ταιριάζει. Και ας μην είναι καλό για σένα.

Αγάπη είναι να με ξυπνάς με το ομορφότερο χαμόγελο στον κόσμο και με αυτά τα μάτια που λάμπουν.

Αγάπη είναι να με εμπιστεύεσαι, και ας είμαι χιλιόμετρα μακριά.

Αγάπη είναι να σε εμπιστεύομαι, να σε κατανοώ και να σε σέβομαι. Το ίδιο και εσύ.

Αγάπη είναι να με κάνεις να γίνομαι καλύτερη, να είσαι ειλικρινείς, ο πιο σκληρός κριτής μου και ο μεγαλύτερος θαυμαστής μου συνάμα.

Αγάπη είναι να νικούμε μαζί κάθε φόβο μοναξιάς και στενοχώριας. Ακόμη και αν είμαστε μακριά ο ένας από τον άλλον. Καμία απόσταση δε μας χωρίζει.

Αγάπη είναι να με καταλαβαίνεις.

Αγάπη είναι να ερωτευόμαστε κάθε μέρα και πιο πολύ. Να ανακαλύπτουμε ο ένας τον άλλον.

Αγάπη είναι να με νιώθεις, να γελάς και να κλαις μαζί μου.

Αγάπη είναι να μου μαθαίνεις μαθήματα ζωής μαγικά, μοναδικά. Πώς να ξανασηκωθώ εάν σκοντάψω. Πώς να βρίσκω λύσεις εκεί που δεν υπάρχουν. Πώς να σε αγαπώ. Πώς να ζω μαζί σου αλλά και χωρίς εσένα.

Αγάπη είναι να με δέχεσαι έτσι όπως είμαι, να μην προσπαθήσεις να με αλλάξεις, ποτέ.

Αγάπη είναι να είμαι ο εαυτός μου. Και εσύ ο δικός σου. Μαζί γινόμαστε ένα.

Αγάπη είναι να χορεύουμε μαζί και στις λιακάδες και στις καταιγίδες. Να μου κρατάς το χέρι μέσα στην παγωνιά. Να μη με αφήνεις να ‘πέσω’. Ποτέ.


Και όταν δε θα είσαι εδώ και πέσω, θα σκέφτομαι εσένα. Και μέσα στη θλίψη μου θα σ’ αγαπώ. Γιατί απλά μου έμαθες τι είναι αγάπη.

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Ένας μήνας και κάτι…


Είναι αστείο πόσο μπορεί να αλλάξεις σαν άνθρωπος. Ή μάλλον πόσο νομίζεις ότι άλλαξες σαν άνθρωπος. Κάθε φορά που μπαίνει μία καινούργια χρονιά, παίρνεις κάποιες αποφάσεις, νιώθεις ότι έχεις μία δεύτερη ευκαιρία να ξαναχτίσεις αυτά που γκρεμίστηκαν μέσα στο προηγούμενο έτος. Σαν να ξορκίζεις το παρελθόν. Και ας πέρασαν μόνο κάποιες μέρες από τότε που το ημερολόγιο έγραφε 31 Δεκεμβρίου. Εσύ νιώθεις σαν να πέρασε ολόκληρος χρόνος και όλα άλλαξαν. Μα τι άλλαξε πια μέσα σε λίγες ημέρες;

Πολλά και καθοριστικά. Είναι αξιοθαύμαστο πόσο μπορεί να αλλάξει η ζωή σου μέσα σε λίγες ημέρες… Σαν να ερωτεύτηκες ξανά, σαν να άνθισαν όλα τα λουλούδια του κόσμου μέσα σε δευτερόλεπτα, σαν να βλέπεις ξανά ξανά το αγαπημένο σου ηλιοβασίλεμα, σαν να είναι όλη σου η ζωή γεμάτη νόημα ξανά. Και τότε συνειδητοποιείς, ότι ναι αξίζει να προσπαθήσεις για σένα, τα όνειρά σου, την αγάπη σου, τη ζωή σου. Αποφάσεις ζωής για στιγμές αιώνιες. Καινούργια χρονιά για νέες περιπέτειες. Και τώρα αρχίζει το καλό.  

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Άλλη μία Αγανακτισμένη


Κάποια στιγμή ακόμη και η πιο σθεναρή ψυχή κουράζεται. Ακόμη και ο πιο ‘δυνατός’ τα παρατάει. Αφού βέβαια έχει προσπαθήσει για το καλύτερο. Αφού έχει πει ‘Ναι τουλάχιστον προσπάθησα’. Και κάποιες φορές είναι και σωστότερο να σταματάς. Να ξεκουράζεσαι. Ακόμη και από το αέναο κυνηγητό να ανακαλύψεις τον εαυτό σου και τις κρυμμένες δυνατότητές του.

Σταμάτα λοιπόν να κουράζεσαι χωρίς λόγο και να τρέχεις ψυχικά και σωματικά να προλάβεις αυτά που δεν υπάρχουν. Κάντο για σένα αλλά κυρίως για αυτούς που αγαπάς. Δε θέλουν να σε βλέπουν να κουράζεσαι άκοπα. Γιατί έτσι χάνεις τον εαυτό σου, αλλάζεις και εσύ μαζί με τα δεδομένα που καθημερινά αλλάζουν. Αλλάζεις και χάνεσαι, και ο αρχικός σου αγνός σκοπός γίνεται σχέδιο των άλλων. Οι δικές σου απογοητεύσεις  γίνονται τροφή για αυτούς που θέλουν να σε δουν να υποφέρεις. Για αυτούς που θέλουν να κάνουν τον κόσμο να πει ‘Ναι έχετε δίκιο, εσείς μόνο έχετε δίκιο’. Να ελέγχουν τις μάζες και να υποκινούν γνώμες. Έμμεσα και άμεσα. Με φερέφωνα και φασίστες, που τώρα θεωρούνται σωστότεροι γιατί απλά είναι μέλη της κυβέρνησης. Μίας κυβέρνησης χουντικής και αντισυνταγματικής.

Αλλά δε θα μιλήσω για αυτούς, δεν θα τους κάνω τη χάρη. Θα μιλήσω για τους άλλους, αυτούς που υποφέρουν επειδή κάποιοι άλλοι τους κορόιδεψαν, επειδή κάποιοι άλλοι είχαν περισσότερο μυαλό και δύναμη. Δεν είναι θύματα. Απλά κορόιδα, που κοροϊδεύουν και τους ίδιους τους εαυτούς τους. Τι κρίμα. Και νόμιζα ότι θα άλλαζε κάτι. Ότι κάποιοι έχουν ξυπνήσει. Μα πόσο υπνωτισμένοι είμαστε από το χαζοκούτι και τις κατευθυνόμενες ειδήσεις; Γιατί αφήνουμε τους εαυτούς μας να βυθιστούμε και άλλο σε αυτόν το βούρκο και να τα δεχόμαστε όλα; Φτάνει πια.

Έχω τρέξει και εγώ τα χιλιόμετρά μου, έχω κοροϊδευτεί και εγώ από αυτούς που νομίζουν ότι μόνο αυτοί ξέρουν τι είναι σωστό για μένα. Έχω δει την αδικία και το φτύσιμο στα μούτρα. Έχω κάνει και εγώ λάθη, έχω προσπαθήσει άσκοπα. Το μόνο που αντιλαμβάνομαι λοιπόν, είναι ότι μας αξίζει να είμαστε σε αυτήν την κατάσταση, όπως αξίζει και την Ευρωπαϊκή Ιερά Εξέταση να καταρρεύσει, μαζί της και εμείς. Απαιτείται αναδιάρθρωση – όχι τους χρέους – αλλά του εαυτού μας. Να αντιληφθούμε την πηγή του προβλήματος και να πορευτούμε μόνοι μας πια. Τίποτα δε λύνεται αν κυριαρχούν οι τραπεζίτες και οι χρηματιστές. Ας φαγωθούν μόνοι τους. Εγώ αυτή τη φορά δε θα συμμετάσχω. Μόνο θα τρέξω να σωθώ και θα σταματήσω να προσπαθώ για αυτούς που απλά δεν αξίζουν ούτε να τους φτύσεις. 

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Μία θλιβερή ιστορία (μέρος Ά)


Ήταν αέρινη και όμορφη. Αλλά είχε πάντα ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο που δεν ήταν χαράς, ούτε ευτυχίας. Ήταν μελαγχολίας. Έτσι χλωμή που ήταν σε τραβούσε η ομορφιά της. Μία ομορφιά αλαβάστρινή αλλά και τόσο εύθραυστη. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ήταν πάντα τόσο μελαγχολική, ίσως γιατί  η ζωή δεν της φέρθηκε ποτέ όπως θα έπρεπε. Αλλά σε ποιον φέρεται; Μου μιλούσε και εγώ χανόμουν στα κατάμαυρά της μάτια και τα κυματιστά σκούρα της μαλλιά. Τόσο όμορφη! Και τόσο μελαγχολική…

Τι να κρύβουν αυτές οι βαριές βλεφαρίδες; Τι βάσανα να κουβαλάν αυτά τα μαρμάρινα χέρια; Σαν αρχαιοελληνική μορφή που ξέρει να επιβάλλεται, πάντα έμπαινε στο χώρο και δεν μπορούσες να τραβήξεις τα μάτια σου από πάνω της. Είχε κάτι το μαγικό, το εξωπραγματικό. «Πόσοι άντρες θα είναι ερωτευμένοι μαζί της;», σκέφτηκα. Αληθινά ερωτευμένοι με κάτι αληθινά όμορφο. Πολλοί.

Μαγεμένη από την ομιλία της και την μοναδική της ομορφιά, τη ζήλευα. Όχι με τον κακό τρόπο, γιατί ξέρω ότι όλοι μας είμαστε μοναδικοί και όμορφοι με το δικό μας τρόπο. Τη ζήλευα και τη λυπόμουν, για αυτή της τη μελαγχολία, που πολλούς τους ασχημαίνει. Αυτήν όμως την ομόρφαινε όλο και πιο πολύ. Σαν να ήταν βγαλμένη από παραμύθι. Σαν να μη τη χωρούσε ο τόπος. Σαν να ήθελε να φύγει μακριά, να γλιτώσει από κάτι που την κατέτρωγε.

Στην άκρη της κλωστής
Ποτέ δεν κατάλαβα για ποιο λόγο έγινε ό, τι έγινε. Κάποιο κρύο πρωί του Γενάρη ήρθε να με επισκεφτεί να μου πει κάτι. Δε φαντάστηκα ποτέ τι θα ήταν αυτό. «Έχω καρκίνο, βαριάς μορφής, μου δίνουν 6 μήνες». Κοκάλωσα. Δεν ήξερα τι να πω, τι να κάνω. Να την παρηγορήσω. Ακόμη και μπροστά στην επιβλητικότητά της όταν μου το ανακοίνωνε, έβλεπες μία ανησυχία πίσω από αυτό το πρόσωπο. Μία αγωνία, αλλά και μία ανακούφιση, σαν να το ήξερε, σα να το περίμενε. Έκλαψα. Πολύ. Με κοιτούσε ανέπαφη και όμορφη όπως πάντα σαν να περίμενε να τελειώσω. Όταν ηρέμησα τη ρώτησα τι θα κάνει. «Ό, τι κάνουν όλοι, υπομονή και φυσικοθεραπεία». Τόσο απλά και ήρεμα. Νευρίασα. «Μα πώς είσαι τόσο ήρεμη;;; Πως;;». «Όλα γίνονται για κάποιο λόγο», μου αποκρίθηκε. «Και εγώ είμαι έτοιμη να βρω αυτό το λόγο, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο… θα τον βρω».

Ήμασταν πολύ καλές φίλες. Μαζί χρόνια. Τη γνώρισα σε ένα από τα ταξίδια μου. Ήρεμος και απλός άνθρωπος. Ποτέ δεν προκαλούσε, ποτέ δε νευρίαζε, το αντίθετο από εμένα – πάντα νευρική, πάντα αντιδραστική. Και το παραλήρημα μόλις ξεκινούσε. Γιατί σε αυτήν, γιατί τώρα; Στον άνθος της ηλικίας της.. Πάντα σωστή σε όλα, πάντα αγαπητή, πάντα όμορφη… ερωτηματικά και απορίες μου περνούσαν από το μυαλό και δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό μου σα μυριάδες μαχαίρια να μου κόβουν το πρόσωπο. Δεν το άντεχα, δεν το δεχόμουν. Έβριζα θεούς και δαίμονες, έσπαζα πράγματα, χτυπιόμουν, εξοργιζόμουν.

Όταν ηρέμησα της είπα «Θα το παλέψουμε, μαζί, μέχρι το τέλος. Δεν σου αξίζει, θα το παλέψουμε». Μου έγνεψε και έπειτα με αγκάλιασε. Το άρωμά της μου γέμισε ελπίδες, με το χαμόγελό της ηρέμησα, αγαλλίασα. «Μα τι άνθρωπος!», σκέφτηκα. Και κάπου εκεί αποφασίσαμε να το παλέψουμε μαζί, όσο πάει, στα όμορφα και στα δύσκολα. Σε όλα, μαζί. 

Δημοφιλείς αναρτήσεις

wibiya widget